ΚΕΙΜΕΝΑ
-01-
Το Ελεφαντάκι της Θείας µου Έχει Πονόδοντο Εικονογράφηση: Αλέκος Σταματόπουλος
Η πρόβα είχε τελειώσει (ας πούµε επιτυχώς για τα δεδοµένα µας…).
Ήταν ακόµη µια από εκείνες τις βιαστικές, ψυχοφθόρες -και ίσως µάταιες- πρόβες που κάναµε άρον - άρον, στο σπίτι του Α. Σταµατόπουλου, του ντραµίστα, όταν εντός διηµέρου επρόκειτο να παίξουµε ζωντανά σε κάποιο -παντελώς άγνωστο- µικροµάγαζο του αθηναϊκού κέντρου. Συνήθως ήταν κάπου στα Εξάρχεια (ή “Εξάχρεια” κατά τον κόµη Cherubini, ή “Εξάθλια” κατά τον υποφαινόµενο), άλλοτε στην -ψυχαγωγικά ανερχόµενη τότε- περιοχή τού Ψυρρή, κι άλλοτε σε κάτι µυστήρια καταγώγια περί το Σχιστό ή τη Δραπετσώνα.
Το σωστό γκρουβάρισµα παρέµενε άπιαστο όνειρο, καθώς έκαστος εξ ηµών διέθετε τον προσωπικό του εσωτερικό µετρονόµο, ενώ οι διαφορετικές αισθητικές προσλαµβάνουσες (συνδυαζόµενες µε την εγγενή καλαµπορτζιά µας), αντί να συνυφαίνονται και να δηµιουργούν την Νέα Ύλη που οραµατιζόµουν, άναβαν φυτιλιές σύγκρουσης µέσα στη µικρή ορχήστρα. Πως -επι παραδείγµατι- να πείσεις τον βυζαντινιστή, δεξιοτέχνη µπουζουξή να κάνει σόλο σε µπλου τονική, πατώντας σε ριφ… σαµπάχ (!), ενώ, ο -εκ του δηµώδους άσµατος προερχόµενος αοιδός µας-, βαθιά θρησκευόµενος και κοµµουνιστής (…αυτά µόνο στη χώρα µας συµβαίνουν) να δεχτεί να κάνει piercing και να χτενίσει τα µαλλιά του ‘κοκοράκι’, βαµµένα πράσινα για “σηµειολογική αντίστιξη”;
Όπως και να ‘χει, η πρόβα είχε τελειώσει επιτυχώς και οι συνεργάτες µας αποχώρησαν βιαστικά, να πάνε να βρουν τις µέλλουσες συζύγους τους, να “τις βγάλουν έξω” γιατί δεν έπαυαν να “έχουν και προσωπική ζωή”.
Αποµείναµε µόνοι, ο ντραµίστας κι εγώ.
Έριξα ένα ανεπαίσθητο χάδι - χαστούκι µε την ανάστροφη στην ευµεγέθη κοιλιά του.
“Το Ελεφαντάκι της Θείας µου Έχει Πονόδοντο…”, ψιθύρισα.
Ο Σταµατόπουλος κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο, ενώ εγώ έβγαζα από τη θήκη του
µπουζουκιού µου ένα µικρό, µεταλλικό, πλακέ µπουκάλι.
“Να, έχω εδώ και το βιδάνιο, απεριτίφ…”, του είπα. Άπλωσε το χέρι του και, καθώς σχηµάτιζε το νούµερο στο καντράν, πήρε τη φιάλη και κατέβασε δύο γερές γουλιές. Το πρόσωπό του αναψοκοκκίνησε κι έκανε ένα δυνατό “αααχ!” ηδονής.
“Γεια σας, το Ελεφαντάκι της Θείας µου Έχει Πονόδοντο;”, είπε στο τηλέφωνο. “Ναι… τα συνηθισµένα… Scampi γίγας, µε φουλ καυτερές και τίποτα άλλο… Ναι… Γήπεδο Ατροµήτου, ναι… Ευχαριστώ.” Έκλεισε το τηλέφωνο.
Μπορεί να Έγινε µέσα µας, µπορεί στον χώρο, µπορεί στον χρόνο… δεν παίζει ρόλο. Έγινε. Έγινε, και το µόνο που ήταν πλέον σίγουρο είναι πως το Rock ’n Roll ποτέ δεν πεθαίνει.
Hey, hey - my, my - rock ’n roll can never die…
Δεν ήταν το σπίτι που τραντάζοταν συνθέµελα από τα ξέφρενα δωδεκάµετρα. Ούτε καν η Οικουµένη. Ήταν κάτι απροσδιόριστα συγκεκριµένο που έκανε τους πίνακες να πέσουν από τους τοίχους, τα γατιά της γειτονιάς να ουρλιάζουν σαν δαίµονες, τα έπιπλα να χοροπηδούν πάνω, κάτω, τα µαλλιά µας να έχουν ορθωθεί σαν ηλεκτρόπληκτα, καθώς πολύχρωµες, ψυχεδελικές λάµψεις εισέβαλλαν στο σπίτι από τα παράθυρα…
“Γαµώτο! Γαµώτο!”, ούρλιαξε ο Σταµατόπουλος. “Έχουνε πάλι συνάντηση στον Λόφο Αξιωματικών! Αντίο πίτσα!..”
“Ηρέµησε…”, του απάντησα αµήχανα. “Πάµε έξω να δούµε τι συµβαίνει…”
Δυο ασφαλίτες µε πολιτικά µας σταµάτησαν στην είσοδο του κήπου.
“Για που το βάλαµε λεβέντες;”, είπε σε µόρτικο τόνο ένας. “Δε βλέπετε πως διεξάγουµε
επιχείρηση;.. Ρε, µπας και είστε και εσείς…;”
“Γείτονες είµαστε!”, διαµαρτυρήθηκε ο Σταµατόπουλος. “Έχουµε παραγγείλει ντελίβερι…
και…”,
“Έτσι το λέµε τώρα;.. κο... κολίµπρι;… Γείτονες και παπάρια µάντολες…;”, γρύλισε ο ασφαλίτης “Εµένα για χορευταράδες, ε… όχι… ροκάδες, (πως το λέν;) µου φαίνεστε κι εσεις, κωλόπαιδα... ή επιστρέφετε πάραυτα στο σπίτι, ή σας προσάγουµε, συνοδεία, στο τµήµα… Άιντε µπράβο!”
“Μα, όχι! Να! Κοιτάξτε εκεί!”, µπήκα στη µέση, αγχωµένος. Τέντωσα το χέρι για να τους δείξω προς τη γωνία του επόµενου τετραγώνου.
Ο ένας από τους µάγκες κρατούσε µια φορητή µηχανή κουρέµατος και ήδη ξυρίζε το κεφάλι
τού µεταφορέα µε επιµέλεια, αφήνοντας µόνο µια στενή λωρίδα µαλλιών από το σβέρκο προς το
µέτωπο.
“Τον κουρεύουν ροκαµπίλλι…”, σχολίασε ο Σταµατόπουλος µε απλανές βλέµµα.
“Τι λες, ρε άσχετε; ροκαµπίλλι είναι το δικό µας κούρεµα!”, του απάντησα. “Μοϊκάνα του
κάνουν… Α, ρε… θες εκπαίδευση…”
“Όπως και να ‘χει… Νηστικοί θα µείνουµε απόψε…”, έκανε εκείνος απογοητευµένος . “Ας
πάµε να δοκιµάσεις τουλάχιστον -έστω και σκέτη- την µπύρα που έφτιαξα…”
Κάναµε µεταβολή προς το σπίτι. Πίσω µας άρχισαν να ακούγονται πυροβολισµοί.
“Και δε µου λες, ρε Αλέκο”, είπα. “Έχεις τη συνταγή από τον Μανώλη για τη σπιτική µπύρα;
ή σου την έδωσε ο άλλος από…”
“Α, µπα, ο Μανώλης µε κρασιά ασχολείται… Μόνο µε τα κρασιά…”, απάντησε συλλογισµένος, καθώς ξεκλείδωνε την εξώπορτα. “Όµως η πίτσα δεν κολλάει πιο καλά µε µπύρα; Η πίτσα… γαµώτο…”
Ίων Κ.Πανόπουλος - Όνειρο υπ’ αρ. 18 - ’90s. - Δεκ. 2017
https://www.youtube.com/watch?v=l1mKjSRAeRQ&list=PLjQivgpQS_QrScqb9VPPQKZe3A0JNfTWu&index=5
-02-
Στο Στόμα τού Λύκου (μια νεανική ανάμνηση)
Σκίτσο: Ι. Κ. Πανόπουλος, από εκείνες τις εποχές
Κουβαλούσα με κόπο το βαρύ ντοσιέ που είχα παραγεμίσει με τα τελευταία σχεδιαστικά πονήματά μου μέσα στον συνωστισμό του λεωφορείου Κηφισιά - Αθήνα (πλατεία Κάνιγγος). Ήταν τέλη Οκτωβρίου 1991 και το κλίμα στα Εξάρχεια ήδη μύριζε μπαρούτι (ή μάλλον μολότωφ και δακρυγόνα), καθώς πλησίαζε ο Νοέμβρης κι η επετειακή ημέρα της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Εγώ -φυσικά- ως φιλήσυχος και απολιτίκ νεαρός, δεν έδωσα σημασία στις σχετικές νουθεσίες του πατέρα μου (να “αποφεύγω τις μετακινήσεις στο κέντρο”), αφού αδημονούσα να επισκεπτώ το ατελιέ τής αείμνηστης κεραμίστριας και καθηγήτριας εικαστικών Μαίρης Χατζηνικολή, τις οποίας τις παρατηρήσεις, κριτικές και συμβουλές ρουφούσα σα σφουγγάρι κι ας είχα μόλις αποφοιτήσει από την ‘επίσημη’ σχολή. Το εργαστήρι ήταν κάπου κοντά στο Πεδίον του Άρεως και αναγκαστικά θα έπρεπε να πλησιάσω την επίφοβη οδό Μπουμπουλίνας, όπου ήταν από τα κύρια σημεία σύγκρουσης των αστυνομικών δυνάμεων και των διαφόρων 'αντιεξουσιαστών'.
Εν πάσει περιπτώσει, κάποια στιγμή, στη στροφή τής λεωφόρου Αλεξάνδρας ο κόσμος αραίωσε ανέλπιστα και μπόρεσα να βρω μια θέση στην αγαπημένη μου ‘γαλαρία’, κοντά στο παράθυρο. Αρκετά διπλανά καθίσματα επίσης ήταν κενά. Ξεφύσησα με ανακούφιση και βόλεψα το ντοσιέ ανάμεσα στα πόδια μου.
Και τότε τον είδα.
Κι όχι μόνο εγώ αλλά και αρκετοί άλλοι επιβάτες δε θα μπορούσαν να μην παρατηρήσουν τη γραφική, αλλά αρκούντως ζόρικη μορφή του τύπου που μόλις είχε επιβιβασθεί: μελαψός, πανύψηλος και ογκώδης, γύρω στα πενήντα, ντυμένος με παλιομοδίτικο μαύρο κοστούμι (‘διπλοσταυροκούμπωτο’), με τις κλασικές, λεπτές, κρεμ ρίγες που παραπέμπουν σε νονό τής μαφίας. Κατακόκκινη σφιχτοδεμένη γραβάτα, με ασορτί μαντιλάκι στο πέτο (διπλωμένο χαρτοπετσετοειδώς) και παπούτσια oxford, εκείνα τα ασπρόμαυρα με τα σκαλισματάκια και τις τρυπούλες. Από τα κορακίσια μαλλιά του (χτενισμένα ‘καραφλοδάνειο’) δεν ξέφευγε η παραμικρή τρίχα μια κι είχαν παστωθεί επιμελλώς με ζελέ (ή μάλλον μπριγιαντίνη;). Το πρόσωπο ανέκφραστο και κτηνώδες ακτινοβολούσε ζωτικότητα πίσω από τα τεράστια μαύρα γυαλιά που -παρά τη συννεφιά της ημέρας- έδεναν απόλυτα ταιριαστά (για να μην πούμε απαραίτητα) με το σύνολο. Κάτω από τη γαμψή μύτη το λεπτό μουστάκι τόνιζε περισσότερο έναν αέρα αντριλικιού και μαγκιάς, τα οποία συμπλήρωνε το βαρύ κομπολόι που οι σερέτικες στράκες του αντηχούσαν εκνευριστικά σε όλο το όχημα.
Ο τύπος σκάναρε με μια γρήγορη ματιά τον χώρο και -λες και δεν υπήρχαν άλλα ελεύθερα καθίσματα- με δυο δρασκελιές ήρθε και θρονιάστηκε δίπλα μου. Κόλλησε τον μηρό του στον δικό μου και άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Δεν μπορούσα να αποτραβηχτώ. Το πλατύ ντοσιέ με ανάγκαζε να έχω τα πόδια ανοιγμένα κι η βαριά μυρωδιά του Old Spice με έκανε να ασφυκτιώ.
Έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και γύρισε προς το μέρος μου.
“Αααχ!.. Για βροχή το πάει σήμερα ο καιρός φίλε”, είπε. “Πάει… πάει το καλοκαιράκι… χειμωνιάζει σιγά, σιγά, ε;”
“Ε, ναι. Η φύση έτσι είναι…”, απάντησα ευγενικά αλλά αδιάφορα, κοιτώντας ίσια μπροστά.
“Θα ‘χουμε κι εφέτο επεισόδια, τι λες;”, συνέχισε. “Πάλι ξυλίκι θα πέσει. Άσε, δεν είναι να κατεβαίνεις προς Εξάρχεια τέτοιες μέρες… εσύ είσαι φοιτητής;”.
“Μπα, όχι πια…”, μουρμούρησα αμήχανα.
“Τότε τι τα θες και κατεβαίνεις; μένεις κέντρο;”
“Όχι. Βόρεια. Απλά δουλειές… δουλειές…”.
“Εμένα, για φοιτητής μου κάνεις. Πάντως σε βλέπω: δε μοιάζεις αναρχικός. Φαίνεσαι ήσυχο παιδί… Ρε, μπας κι είσαι καλλιτέχνης;”. Ανατρίχιασα.
“Κάτι τέτοιο…”, έκανα, σταθερά ακίνητος.
Ο τύπος δεν εννοούσε να βάλει γλώσσα μέσα του. Του έριξα μια φευγαλέα, πλάγια ματιά: Οι κάλτσες του ήταν κι αυτές κατακόκκινες σαν τη γραβάτα και την pochette του.
“Ε, καλά κατάλαβα”, έκανε με πονηρό χαμόγελο. “Στο ντοσιέ δεν κουβαλάς αφίσες και προκυρήξεις… αρχιτέκτονας είσαι;”
“Τι σας ενδιαφέρει τέλος πάντων; ανάκριση κάνετε;”, απάντησα δείχνοντας επι τέλους έναν βαθμό δυσφορίας.
“Αχ, χίλια συγνώμη νεαρέ…”, είπε απολογητικά. “Ήμουν λίγο απότομος κι αδιάκριτος, αλλά -βλέπετε- είμαι λάτρης της ζωγραφικής. Είμαι και πολυλογάς εγώ... το 'χω το κουσούρι να ανοίγομαι εύκολα στον κόσμο. Ξέρετε, έχω μια μικρή συλλογή με έργα στο σπίτι και σκέφτηκα πως… να… ίσως θα θέλατε να μου δείξετε δουλειά σας, κι αν μου αρέσει ίσως να αγόραζα κάτι…”. Το γύρισε στον πληθυντικό και επί πλέον σταμάτησε να βαράει το κομπολόι. Κάτι ήταν κι αυτό. Άρχισα να χαλαρώνω.
“Τα γούστα είναι σχετικά…”, απάντησα. “Αλλά μάλλον δε θα σας αρέσουν αυτά που φτιάχνω. Είναι ασχεδίαστα, άγρια, κακότεχνα… Σε κανέναν νορμάλ άνθρωπο δεν αρέσουν!”
“Ειδικά τα ‘άγρια’ και ‘κακότεχνα’ λατρεύω! Ξέρετε, έχω όνειρο ζωής να αποκτήσω έναν αυθεντικό Dubuffet, αν ποτέ κερδίσω το λαχείο…”. Έμεινα παγωτό. Από που κι ως που ένας τέτοιος τύπος γνώριζε τον Dubuffet;
“Α, συλλέκτης;”, ρώτησα ξερά.
“Αχ, μακάρι να είχα τα φράγκα για συλλέκτης. Απλά είμαι ευαίσθητο παιδί κι αγαπώ την τέχνη, για να μην πω και τους ίδιους τους καλλιτέχνες… Κάποτε, σε μια καφετέρια στην Κηφισιά προσπάθησα να προσεγγίσω τον Τσαρούχη, αλλά ήταν λιγομίλητος και τριγυρισμένος από κάτι νεαρούς… Έτσι είστε όλοι εσείς οι καλλιτέχνες: σνομπ!”
“Ε, αυτό είναι πολύ σχετικό, κύριε”, απάντησα. “Άμα ο άλλος είναι διάσημος…”
“Σ’ αυτή τη χώρα, όλοι σνομπ το παίζουν”, είπε. “Από τον οδοκαθαριστή ως τον πολιτικό… Είμαστε η χώρα του κουκουρούκου. Εγώ, να σκεφτείτε, είμαι εντελώς μόνος στον κόσμο γιατί κρατάω λίγη ταπεινότητα. Κανείς δε με νοιάζεται. Έχω μιαν αδερφή στη Ρόδο, αλλά είναι σκέτη Ε.Σ.Α… ‘Ε.Σ.Α’ τη λέω… Όποτε πάω να την επισκεφτώ με… δέρνει!”. Ο τύπος με κούφανε ολοκληρωτικά. Γούρλωσα τα μάτια με εκπληξη, αλλά αυτός συνέχιζε απτόητος.
“Κι εδώ, στην Αθήνα, ζω εντελώς μόνος. Στην Κυψέλη μένω… τόσο πυκνοκατοικημένη, αλλά κανείς δεν ξέρει το γείτονά του. Μόνο άμα είναι για κουτσομπολιό θα ανοίξουν το στόμα τους… Αχ, να ‘χα κι εγώ μια κοπελιά, να με αγαπάει… Εσύ, σίγουρα θα έχεις πολλές φιλενάδες, ε;”. Το ξαναγύρισε στον ενικό.
“Μα, επιτέλους κύριε!”, έκανα εκνευρισμένος. “Που το πάτε;”
“Έλα ρε φίλε… Μη τσατίζεσαι! Λέω, τόσο γλυκό αγόρι, δεν μπορεί… Θα έχεις γύρω σου κορίτσια… Να! Μήπως να μου γνώριζες καμιά κοπελίτσα κι εμένα… Θα ‘θελα να ‘ναι κοντούλα, με κόκκινα νύχια και κόκκινα χείλη…”
“Λυπάμαι, αλλά θα σας απογοητεύσω. Δεν είναι τα πράγματα όπως τα φαντάζεστε…”, ξεφύσησα αγχωμένος. Αυτός, το χαβά του.
“Ααα! Μάλλον δε σου αρέσουν τα κορίτσια”, μονολόγησε σιγανά στον εαυτό του. Στράφηκε ξανά προς εμένα. “Δεν πειράζει. Ξέρεις, έχω τα γενέθλιά μου την άλλη βδομάδα. Σου είπα: είμαι μόνος στον κόσμο… Σίγουρα εσύ έχεις παρέες… Θες να κανονίσω ένα παρτάκι, να φέρεις και τους φίλους σου; έτσι, να νοιώσω κι εγώ λίγη ανθρώπινη παρουσία γύρω μου… θα παραγγείλω και μιαν ωραία τούρτα… Και δεν πειράζει, μη φέρεις κορίτσια. Ξέρεις… εγώ, αν μου βάλεις στη σειρά δέκα όμορφες κοπέλες κι ένα αγόρι τόσο γλυκό όσο εσύ, το ομολογώ: θα προτιμήσω το αγόρι!”. Κέρωσα. Δεν ήξερα πως να αντιδράσω και η άφιξη στο κέντρο καθυστερούσε.
“Μάλλον κάτι παρεξηγήσατε, κύριε, εγώ δεν…”
Ο τύπος έρριξε όλο τον όγκο του επάνω μου. Με την άκρη του ματιού έβλεπα την εμφανή διέγερη στον καβάλο του.
“Έλα τώρα… Είσαι τόσο γλυκό αγόρι και καλλιτέχνης, δηλαδή: ό, τι πρέπει για πήδημα!”, ξέσπασε. “Σε πειράζει που είμαι πολυλογάς; στο κρεβάτι δε βγάζω άχνα. Ξέρω να απολαμβάνω σιωπηλά…”. Το κεφάλι του πλησίασε επικίνδυνα το δικό μου. Έγειρε στο αφτί μου ψιθυρίζοντας ικετευτικά: “Άντρας προς άντρα… και μην ανησυχείς, είμαι -βασικά- παθητικός. Λίγη χαρά να μου προσφέρεις. Στην ηλικία σου θα είσαι σίγουρα ‘ταυράκι’… Αααχ… πόσο θα ‘θελα να σε νοιώσω μέσα μου!..”
Το λεωφορείο είχε φτάσει στο ύψος της Γκύζη. Ούτε κι ο ίδιος δεν κατάλαβα για πότε σηκώθηκα από τη θέση μου, και με ένα αιλουροειδές σάλτο πάνω απο το κιγκλίδωμα βρέθηκα στην έξοδο πατώντας επίμονα το κουμπάκι της στάσης. Ο τύπος επέμενε.
“Εδώ κατεβαίνεις; τι έπαθες; γιατί φεύγεις έτσι απότομα; Σωτήρη με λένε και λατρεύω την τέχνη… Αλλά κι εσύ είσαι σνόμπ. Δεν με καταδέχεσαι…”. Καθώς έβγαινα στο πεζοδρόμιο τον είδα να βγάζει τα γυαλιά και να σκουπίζει θεατρικά ένα δάκρυ.
“Οι κατακτήσεις θα σε φάνε, μαλάκα…”, έλεγα στον εαυτό μου καθώς έκανα τον υπόλοιπο δρόμο με τα πόδια ως το ατελιέ της δασκάλισσας.
Το βράδυ έμαθα από τις ειδήσεις πως είχε αρπάξει φωτιά ένα μεγάλο τμήμα τής Πρυτανείας του Πολυτεχνείου κατά τη διάρκεια επεισοδίων. Καλά που δεν έτυχε να βρεθώ στο κέντρο. Αλλά, μάλλον, διαθέτω μία πανίσχυρη έκτη αίσθηση που με αποτρέπει από το να πέσω μέσα στο στόμα τού λύκου.
Όμως, δεν είμαι πια “γλυκό αγόρι”.
Ένας στριμμένος, καταθλιπτικός κωλόγερος είμαι.
Ούτε καλλιτέχνης δεν είμαι, φυσικά.
Και είμαι ακόμη απολιτίκ, άμα λάχει…
Για την Ταυτότητα ενός Σύγχρονου Ελληνικού Τραγουδιού
(Ερώτηση ή διατύπωση θέσης; Πιθανόν και τα δύο).
Εδώ και καιρό με απασχολεί, με τρόπο σχεδόν έμμονης σκέψης, μια ιδιότυπη αναλογία ανάμεσα στη σύγχρονη Ελλάδα και τις… Ηνωμένες Πολιτείες (!) Μπορεί να φανεί τρελό, όμως, μιλώ αυστηρώς αναλογικά. Δεν εννοώ φυσικά τις γεωπολιτικές ή οικονομικές κλίμακες, αλλά κάτι βαθύτερο και πιο υπόγειο: τη μορφογένεση μιας λαϊκής κουλτούρας που λειτουργεί ως ζύμωση πολλαπλών παραδόσεων.
Η αμερικανική pop κουλτούρα, από τα blues και το gospel έως το rock, τη soul και την ποπ του Michael Jackson, έχει μιαν ευδιάκριτη διπλή ρίζα: δυτικοευρωπαϊκή μουσική θεωρία από τη μια (συγκερασμένο σύστημα, αρμονία, φόρμα) και αφρικανική νευρικότητα από την άλλη. Αυτή η “σουίνγκ” ενέργεια, ο ρυθμικός τρόπος φωνητικής έκφρασης, η μπλουζική έκταση, η τονική ελαστικότητα, όλα αυτά δημιούργησαν ένα παγκόσμιο αισθητικό πρότυπο, στο οποίο συχνά υποκύπτει και η ευρωπαϊκή τραγουδοποιία, χωρίς πάντα να μπορεί να το ενσωματώσει απόλυτα δημιουργικά.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, βλέπω ένα ιδιόρρυθμο αντίστοιχο φαινόμενο. Η ελληνική λαϊκή και μεταλαϊκή τραγουδοποιία (το έντεχνο, το ροκ εντός ελληνικού λόγου), παρά την επίδραση της δυτικής αρμονίας, διατηρεί ακόμη ζωντανή την ανατολική τονικότητα, την τροπική λογική, την κλίμακα του ήχου με όλα τα μικρά διαστήματα που υπενθυμίζουν το μακρινό Βυζάντιο ή και το οθωμανικό μακάμ. Έχουμε εδώ, θα έλεγα, το ανάλογο της “blackness” της Αμερικής: η δική μας ανατολικότητα, που ενυπάρχει όχι ως αναπαλαίωση αλλά ως επιβίωση μέσα στο δυτικό ένδυμα.
Κάπου εκεί εντοπίζω και το σημείο αναφοράς του δικού μου έργου. Το τραγούδι που γράφω σήμερα δεν είναι “λαϊκό” με την εύκολη έννοια, ούτε όμως “έντεχνο” ως κατηγορία εμπορικού χώρου. Το θεωρώ ροκ στο πνεύμα, με ρίζες στην αστική ελληνική γλώσσα, με προσήλωση στην ελληνική μετρική και εσωτερική μουσικότητα, αλλά με ενορχήστρωση καθαρά ροκ: κιθάρες, τύμπανα, πλήκτρα, κοντραμπάσο (αντί για ηλεκτρικό, λόγω μιας εμμονής με το vintage), και όπου χρειαστεί, μπουζούκι· όχι ως διακοσμητικό ethnic στοιχείο, αλλά ως ισότιμο όργανο της συνολικής φρασεολογίας.
Δεν επιδιώκω έναν μουσικολογικό συγκρητισμό. Δεν με ενδιαφέρει να παίζω κανονάκι ή ταμπουρά, μόνο και μόνο για να λέω ότι τιμώ την παράδοση. Το έκανα αυτό σε παλαιότερους δίσκους, και συνειδητά το εγκατέλειψα. Το ζητούμενο για μένα δεν είναι το ύφος, αλλά το αισθητικό ήθος του τραγουδιού: να είναι κάτι που να γεννιέται στο παρόν, και να μιλά ελληνικά χωρίς να είναι επαρχιώτικο, και να χρησιμοποιεί το παρελθόν χωρίς να το αναπαράγει δουλικά.
***
Η προσωπική μου σχέση με την ελληνική παράδοση ήταν δευτερογενής και τεχνητή. Γεννήθηκα σε αστική οικογένεια, με γονείς αρκετά μορφωμένους και σχεδόν αποκομμένους από τη λαϊκή κουλτούρα. Μεγάλωσα με παραμύθια της Δύσης, με τον Walt Disney, τους Grimm, και τον Asterix· όχι με τα Πατερικά Κείμενα, τον Κόντογλου, ή τον Νεστραντίν Χότζα. Οι γιαγιάδες μου έλεγαν Χιονάτη, όχι παραλογές. Η μουσική στο σπίτι ήταν κλασική, chanson, Beatles, λίγος Χατζιδάκις… Το λαϊκό, το ρεμπέτικο, το παραδοσιακό· όλα ήρθαν εκ των υστέρων, ως περιοχή προς ανακάλυψη, σχεδόν σαν “λαογραφικό πεδίο έρευνας”.
Η αποκάλυψη της “ελληνικότητας” ήρθε από τις παρέες στη Σχολή Καλών Τεχνών, συμφοιτητές από επαρχία, συνεργάτες, απόπειρες για στροφή προς το Βυζάντιο (κάποτε με έντονη θεολογική ή και πολιτική χροιά…). Την περπάτησα αυτή τη διαδρομή, και μετά, σα να τέλειωσε. Έκανα τον κύκλο μου. Σήμερα αισθάνομαι πως είμαι δυτικός, και μάλιστα κατεξοχήν Ρωμιός της Δύσης, με ένα μπολιασμένο σώμα που φέρει ίχνη από Ανατολή, αλλά δεν ζει εντός της. Το ίδιο και το τραγούδι μου: με ρίζες στον ελληνικό λόγο και το προσωπικό βίωμα, με βλέμμα διεθνές, χωρίς εθνο-μουσικολογική πρόθεση (μην ξεχνάμε πως η μουσική, ποτέ δεν αποτέλεσε το κύριο σώμα των σπουδών μου· ουσιαστικά είμαι αυτοδίδακτος).
***
Είναι αυτή η κατάσταση άρνηση; Όχι. Είναι το αποτέλεσμα μιας ειλικρινούς, διαρκούς στάθμισης του εαυτού και των πραγμάτων. Δεν είμαι λαϊκός συνθέτης. Ούτε τραγουδοποιός “του σαλονιού”. Είμαι κάποιος παλαιοροκάς-λεχρίτης, που κινείται στα περιθώρια της έντεχνης φόρμας, με επιθυμία να γράφει τραγούδια-έργα, για ένα κοινό που επιμένει να σκέφτεται, να νιώθει, να θυμάται και να οραματίζεται.
***
Η σύγχρονη Ρωμιοσύνη (αυτό που αποκαλούμε “Ελλάδα”, ως πολιτισμικό corpus) -είπα κάποτε, χαριτολογώντας- είναι μια Μίνι Αμερική. Φυσικά, με όρους πολιτισμικής ανάμειξης, όχι με όρους παγκόσμιας κυριαρχίας. Μια χώρα που ποτέ δεν αφομοίωσε πλήρως τη Δύση, αλλά ούτε επέστρεψε ενσυνειδήτως κι ολοκληρωτικά στην Ανατολή (εξαιρούνται οι σχετικές απόπειρες, καθαρά πολιτικού χαρακτήρα, που δεν αφορούν το παρόν πόνημα). Κι ίσως το ισχυρότερό της όπλο να είναι αυτό: η ικανότητα να σμιλεύει το μεσογειακό της υλικό με μιαν οικουμενική γλώσσα. Αν αυτό είναι δυνατό, τότε κάπου εκεί θα ήθελα να τοποθετείται κι η δική μου φωνή.
Ι. Κ. Πανόπουλος - 07/‘25
Ι. Κ. Πανόπουλος
ΣΥΛΔΑΒΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ (2025)
(Ένα παιδικό παίγνιο με τον Χρόνο – στη μνήμη του Hergé)
Η φετινή θεματική του Ορίζοντα για την έκθεση Platforms Project «Παιχνίδι» βρίσκει στο παρόν έργο την κυριολεκτική της αντανάκλαση. Γιατί το παιχνίδι, πριν από κάθε οργανωμένη μορφή τέχνης, θρησκείας ή επιστήμης, είναι η πλέον πρωταρχική διαδικασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος μαθαίνει, εφευρίσκει, δημιουργεί και προετοιμάζεται για κόσμους που ακόμη δεν γνωρίζει.
1 – ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Το video art Συλδαβική Αυτοκρατορία ξεκινά από ένα αληθινό παιχνίδι.
Ένα παιδικό παιχνίδι πολιτικής και επιστημονικής φαντασίας, που γεννήθηκε στους δρόμους του Παγκρατίου, στα σχολικά χρόνια, όταν με την παρέα της γειτονιάς -εμπνευσμένοι από τον κόσμο του Tintin, αλλά και από το σινεμά και τα δελτία ειδήσεων- πλάθαμε απολυταρχικές γεωπολιτικές αυτοκρατορίες με τη σοβαρότητα που μόνο τα παιδιά διαθέτουν. Το παιχνίδι εδώ δεν παρουσιάζεται ως κάτι ανάλαφρο ή αθώο, αλλά ως αυτό που πραγματικά ήταν: μια φαντασιακή δοκιμή ταυτοτήτων, εξουσιών και κόσμων· μια πρόβα για ένα “μελλοντικό-ενήλικο” Σύμπαν.
Τώρα, το παλιό παιχνίδι επιστρέφει υπό μορφήν πολυμεσικού έργου (η Τέχνη ως το παιχνίδι των μεγάλων). Όχι όμως ως απλή αναπαραγωγή της φαντασίωσης, αλλά ως αποδόμησή της μέσα από την καλλιτεχνική πράξη: ό,τι κάποτε παιζόταν “στα σοβαρά”, τώρα δουλεύεται στο στούντιο (επίσης σοβαρά, με πλήρη επίγνωση της αστειότητάς του) και ανάγεται σε αισθητικό αντικείμενο-σχόλιο πάνω στον μηχανισμό της εξουσίας.
2 – Η ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Ό,τι φανταζόμασταν παιδιά για το μέλλον της δεκαετίας του ’90 και των αρχών του 2000, σήμερα -το 2025- εμφανίζεται ως ένα πλαστό “παρελθόν”. Το έργο παίζει με αυτή τη χρονική μετατόπιση: η Συλδαβική Αυτοκρατορία δεν ανήκει στο βιωμένο παρελθόν ούτε σε ένα πραγματικό “μέλλον”. Ανήκει σε μία εναλλακτική Ιστορία που κατοικεί σε ένα παράδοξο είδος προνοούσας μνήμης· σαν να ξεπηδά από ένα κβαντικά παράλληλο Σύμπαν, όπου η παιδική φαντασίωση συναντά τον ενήλικο στοχασμό.
3 – ΙΔΕΕΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΥ (ΤΟ KITSCH ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ)
Η αφήγηση αντλεί από τις Ιδέες Μεγαλείου: τους Ισχυρούς της Γης, τις γεωπολιτικές ίντριγκες, την επική εικονογραφία του πολέμου. Ωστόσο, η ίδια αυτή “αισθητική” δεν καθαγιάζεται· αντίθετα, για το εναργές μάτι, το μεγαλείο γίνεται kitsch κι ο μιλιταρισμός σαρκασμός.
Τέλος, το όνειρο διακόπτεται αναπάντεχα (με την έναρξη της εφηβείας): η άφιξη των εξωγήινων! Οντοτήτων ακατανόητων, απροσπέλαστων, με άγνωστες προθέσεις (ο αιώνιος ‘Ξένος’). Έτσι, η παιδική αυτοκρατορία “ξυπνά” στην πλέον παράδοξη “πραγματικότητα”, όπου η Ιστορία συχνά ανατρέπεται, όχι από τις ανθρώπινες βουλές, αλλά από το Έσχατο Αλλότριο.
4 – ΠΛΑΙΣΙΑΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΙΞΗ
Η Συλδαβική Αυτοκρατορία συμπυκνώνει δύο σταθερές εμμονές που διατρέχουν τα έργα μου:
α) Πλαισιακότητα. Κάθε εικόνα φέρει τα σημάδια αυθεντικότητας (χρονολογία, ύφος, λεζάντα), ώστε να πείθει πως ανήκει σε πραγματικό ιστορικό αρχείο. Το πλαίσιο είναι ο κανόνας του παιχνιδιού: η σύνθεση διέπεται από αυστηρή αφηγηματική-εικαστική τάξη, υποκρύπτοντας το εσωτερικό χάος που διέπει κάθε ανθρώπινη συνθήκη.
β) Σημειολογική Αντίστιξη. Υιοθετήθηκε η εικονογραφία του Μεγάλου Ιστορικού Αφηγήματος προκειμένου να υπονομευθεί “εκ των έσω”. Το σοβαρό, ρεπορταζιακό ύφος αντιπαραβάλλεται με το φαντασιακό περιεχόμενο. Ο θεατής δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει, να ανησυχήσει ή να πιστέψει. Η προπαγανδιστική σοβαροφάνεια αντιπαραβάλλεται με την παιδική μνήμη, γεννώντας διπλή ανάγνωση: επισημότητα και φάρσα, δέος και σάτιρα, τέχνη και παιχνίδι.
I. K. Panopoulos
SYLDAVIAN EMPIRE
(A Child’s Game with Time – in memory of Hergé)
This year’s Horizon theme for the Platforms Project exhibition, “Game,” finds its literal reflection in the present work. For play, prior to any organized form of art, religion, or science, is the most primal process through which humanity learns, invents, creates, and prepares itself for worlds not yet known.
1 – THE GAME
The video art Syldavian Empire originates in an actual game.
A childhood game of politics and science fiction, born in the streets of Pangrati during school years, when with the neighborhood gang —inspired by the world of Tintin, as well as by cinema and the news— we invented authoritarian geopolitical empires with the seriousness that only children possess. Here, the game is not presented as something light or innocent, but as what it truly was: an imaginative rehearsal of identities, powers, and worlds — a draft for a “future-adult” Universe.
Now, the old game returns in the form of a multimedia work —Art as the game of grown-ups. Yet not as a mere reproduction of fantasy, but as its deconstruction through artistic practice: what was once played “in all seriousness” is now reworked in the studio (also seriously, yet with full awareness of its absurdity), transformed into an aesthetic object — a commentary on the mechanism of power.
2 – THE RELATIVITY OF PSYCHOLOGICAL TIME
What we imagined as children about the “future” of the 1990s and early 2000s appears today -in 2025- as a fabricated “past.” The work plays with this temporal shift: the Syldavian Empire belongs neither to lived history nor to any real future. It inhabits an alternative History, lodged in a paradoxical form of provident memory — as if springing from a quantum-parallel Universe, where childhood fantasy meets adult reflection.
3 – GRANDIOSE IDEAS (THE KITSCH OF HISTORICAL NARRATIVE)
The narrative draws from Grandiose Ideas: the Mighty of the Earth, geopolitical intrigues, the epic iconography of war. Yet this very “aesthetic” is not sanctified; rather, it exposes its own emptiness: grandeur becomes kitsch, militarism turns to sarcasm.
At last, the dream is abruptly interrupted (with the onset of puberty): the arrival of the extraterrestrials! Entities incomprehensible, impenetrable, with unknowable intentions —the eternal ‘Other’. Thus, the childhood empire “awakens” into the most paradoxical “reality,” where History is often overturned not by human will, but by the Ultimate Alien.
4 – FRAMING AND SEMIOLOGICAL COUNTERPOINT
The Syldavian Empire condenses two recurring obsessions within my work:
a) Framing. Each image bears the marks of authenticity (date, style, caption), persuading the viewer that it belongs to a real historical archive. The frame is the rule of the game: composition follows strict narrative-visual order, while concealing the inner chaos that governs the human condition.
b) Semiological Counterpoint. The iconography of the Great Historical Narrative is appropriated only to be undermined from within. The serious, documentary tone collides with the fantastical content. The viewer does not know whether to laugh, to worry, or to believe. Propagandistic solemnity is set against childhood memory, yielding a double reading: formality and farce, awe and satire, art and play.






